Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Η νύχτα έπεσε στην παραλιακή (4)

Και συνεχίζουμε δυναμικά και εξίσου καμμένα!
----------------------------------------------------

Η νύχτα είχε προχωρήσει για τα καλά και τα 2 κέντρα είχαν ανοίξει. Φυσικά ήταν και τα 2 γεμάτα και δεν έπεφτε καρφίτσα. Στο ΙΒ η Άννα συνειδητοποίησε ότι είχε πολύ δουλειά να ρίξει. Ακόμα στην πίστα ήταν ο Τάκης που άνοιγε το πρόγραμμα και εκείνη μαζί με τις άλλες συναδέλφους της ήδη έτρεχε σαν τρελή δεξιά και αριστερά με τα πανέρια.

Έκατσε λίγο να ξαποστάσει και το μάτι της πήρε τον Μασάκη. Ο Μασάκης ήταν τελικά φίρμα από μόνος του! Τα πήγαινε τόσο καλά με τους θαμώνες που αυτοί μόλις αγόραζαν πανέρια, αντί να τα πετάνε στον Τάκη τα πέταγαν στο Μασάκη! Σε μια φάση σηκώθηκε και χόρεψε τσιφτετέλι και αναστέναξε η πίστα!

«Μπράβο ο σενπαι!» σκέφτηκε η Άννα. «Ελπίζω μια μέρα να γίνω και γω τόσο δημοφιλής»

Αλλά το πήρε πίσω μόλις είδε πως το μπουτάκι του Μασάκη το χούφτωνε μια θαμώνας. Πολύ σύντομα θα μάθαινε ποια ήταν αυτή η θαμώνας…

Όταν το τσιφτετέλι τελείωσε ο Μασάκης γύρισε στο μπαρ να ξαποστάσει και κείνος. Ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Λούτσα είχε γίνει! Η Άννα τον κοίταξε έκπληκτη.

«Α ναι! Ιδρώνω πολύ!» της είπε χαμογελαστά και πήρε μια πετσέτα να σκουπιστεί ρίχνοντας ένα βλέμμα στις άλλες λουλουδούδες που τον κοίταζαν με ένα βλέμμα λατρείας και λαγνείας.

Στην SM Νεράιδα, επειδή έλειπε η Φτερού, το πρόγραμμα το είχε ανοίξει ο Όονος. Ο Νίνο στο πάλκο ξεκωλιάζονταν με τις σολιές στο μπουζούκι. Η Ζωή πηγαινοέρχονταν με μπουκάλια κρασί. Σε κάποια φάση πιάστηκαν τα χέρια της από το δίσκο και έκανε μια σύντομη στάση στο μπαρ. Ο Γιούγιας μιλούσε με την Αρσινόη, η οποία ήταν και υπεύθυνη για τους εργαζόμενους συν τοις άλλοις.

«Δεν μπορώ να έχω μια μικρή αύξηση;» παρακαλούσε. «Όχι για μένα… για τη φουκαριάρα τη μάνα μου!»

«Νόμιζα ότι ήσουν ορφανός.» είπε η Αρσινόη σαρκαστικά.

«Από πατέρα. Η φουκαριάρα η μάνα μου ζει. Στην επαρχία… σε ένα φτωχόσπιτο.»

«Δε πα να ζει και σε ένα τροχόσπιτο! Αύξηση δεν παίρνεις!»

Με αυτά τα λόγια η Αρσινόη σηκώθηκε και πήγε να κάτσει σε ένα από τα πρώτα τραπέζια όπου είχε κάτι γνωστούς. Η Ζωή την κοίταξε τσαντισμένη.

«Τι κακιά που είναι!» είπε στον Γιούγια. «Και συ τι της ζήτησες; Μια μικρή αυξησούλα! Για τη φουκαριάρα τη μάνα σου ρε γαμώτο!»

«Μου έστειλε ένα γράμμα και μια μίσο σούπα τις προάλλες. Νομίζει ότι σπουδάζω στο ωδείο ακόμα αλλά δεν έχω το κουράγιο να της πω ότι δουλεύω σε αυτό το μέρος! Κλαψ!»

Η Ζωή τον χτύπησε στην πλάτη.

«Είσαι τυχερός… Εσύ τουλάχιστον τρως και μια σουπίτσα. Εμείς με τον σάπιο μουσακά τη βγάζουμε!»

Και θα κάθονταν να κλαψουρίσει και κείνη μαζί με το Γιούγια αλλά την φώναξαν να πάει μια παραγγελία.

«Ούτε χρόνο να κλάψω τη μοίρα μου δεν έχω!»

Πίσω στο ΙΒ ο Χελώνας είχε ένα σημαντικό τηλεφώνημα.

«Είναι αλήθεια ότι οι Σουγιάδες του Μπάμπη δέχτηκαν επίθεση χτες; … Δεν γνωρίζουμε από ποιους;… Αποκλείεται να είναι οι Bondage Queens. Τα πήγαιναν καλά με το Μπάμπη… Καινούργια συμμορία; Θα έρχονταν να με χαιρετήσουν… Όχι όχι! Άλλοι είναι. Θα στείλω να ερευνήσουν. Φοβάμαι ότι κάποιος προσπαθεί να υπονομεύσει την ανακωχή μας… Αύριο να πας να μιλήσεις με όλους όσους τους πουλάμε προστασία μπας και ξέρουν κάτι…. Ναι. Λοιπόν γεια!»

Και έκλεισε το τηλέφωνο προβληματισμένος. Πάνω στην ώρα μπήκε ο Τζιν στο γραφείο.

«Μη μου πεις πάλι για τη λουλουδού να χαρείς!» προειδοποίησε ο Χελώνας.

«Λουλουδού; Α αυτήν; Όχι όχι! Να σου πω εγώ φεύγω!»

«Γιατί; Πάλι για πήδημα πας;»

«Μπορεί… Αν έρθει η Χρύσα και με ζητήσει πες ότι συναχώθηκα και πήγα να την πέσω. Και ότι είναι κολλητικό, να μην έρθει να με δει!»

«Καλά αλλά είναι η τελευταία φορά που σε καλύπτω στις γκόμενες σου.»

«Γι αυτό σε λατρεύω!» είπε ο Τζιν χαρωπά και βρόντηξε την πόρτα βγαίνοντας.

Ο Χελώνας αναστέναξε. Κάτι τέτοια του έλεγε ο Τζιν και μετά τρελαμένες φαν έγραφαν fiction ότι τον παίρνουν ο ένας από τον άλλο. Τελευταία οι φήμες οργίαζαν επικίνδυνα. Η μεγαλύτερη του απογοήτευση όμως ήταν ότι τις περισσότερες φορές αυτός τον έτρωγε από το Τζιν. Τρελές φαν. Τσκ τσκ!

Στην SM Νεράιδα η Αρσινόη κοίταξε το ρολόι της. Ήταν ήδη μια και στην πίστα βρίσκονταν η Κούμι. Σε λίγο θα έβγαινε και ο Τζουν. Αλλά εκείνη έπρεπε να φύγει. Σηκώθηκε από το τραπέζι και χαιρέτησε βιαστικά. Βγαίνοντας κόντεψε να ρίξει τη Ζωή κάτω, η οποία από την αδυναμία και την πείνα ίσα που μπορούσε να κουβαλήσει το δίσκο πλέον.

Κρίμα βέβαια που έφυγε γιατί έχασε ένα κορυφαίο θέαμα. Όλες αυτές οι μέρες που ο Νίνο έτρωγε σάπιο μουσακά έφτασαν στο πλήρωμα τους. Το κόψιμο ήταν αναπόφευκτο. Τα χέρια του αρχικά και στη συνέχεια το σώμα του μούδιασαν. Δεν μπορούσε να τα κρατήσει πια. Παράτησε το μπουζούκι στο πάτωμα και έτρεξε πιο γρήγορα και από τον Road Runner στην τουαλέτα, ακολουθούμενος από τη Ζωή που φώναζε «Τι έπαθε πασά μου; Οϊμέ! Εγώ φταίωωωωω». Οι τουαλέτες του κέντρου δεν θα ταν ποτέ πια οι ίδιες…


1 σχόλιο:

Fuyumi Kotani είπε...

*αναστεναγμός* Λουλουδόπαιδο που χορεύει τσιφτετέλι και όταν πίνει έχει την τάση να γδύνεται! Θησαυρός!
Καημένη Ζωή, καημένε Γιούγια, καημένε Νίνο... καημένες τουαλέτες...!