Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

Η νύχτα έπεσε στην Παραλιακή (27)

Η Άννα και ο Θωμάς τρέχουν στην παραλία και η Αρσινόη βασανίζει κόσμο...

----------------------------------------------

Ο Νίνο δεν ήταν ο μόνος που πέταγε ακτίνες φωτός από τη χαρά του. Το ίδιο έκανε και η Άννα που βρίσκονταν σε πριβέ ραντεβού με τον αγαπημένο της Θωμά. Και ήταν σε ένα μέρος που σίγουρα δεν θα την ενοχλούσαν. Περπατούσαν ξυπόλητοι σε μια απόμερη παραλία.
«Αχ! να ένα καβουράκι!» αναφώνησε όλο χαρά.
«Τι χαριτωμένο!» είπε ο Θωμάς και πλησίασε τραβώντας την από το χέρι να το δουν.
«Αχ! Είναι σαν όνειρο!»
«Τι ακριβώς;»
«Το ότι βρίσκομαι μόνη, ολομόναχη μαζί σου! Χωρίς κανείς να μας διακόπτει!»
Ο Θωμάς χαμογέλασε και με μια ξαφνική αλλά πολύ ευγενική κίνηση, την ξάπλωσε στην άμμο και έσκυψε από πάνω της. Η καρδιά της Άννας πήγαινε να σπάσει. Έκλεισε τα μάτια της και ύγρανε τα χείλη της. Ο Θωμάς πλησίασε το πρόσωπο της και έκλεισε και εκείνος τα μάτια του. Όλα ήταν τέλεια. Το μυαλό της Άννας έπαιζε όλες τις ρομαντικές ταινίες που είχε δει αλλά καμία δεν έφτανε αυτό που ζούσε εκείνη τη στιγμή.
Τα χείλη τους σχεδόν άγγιξαν όταν… ο Θωμάς αποτραβήχτηκε απότομα. Η Άννα άνοιξε τα μάτια της έντρομη. Τους είχε ανακαλύψει ο Τζιν; ΜΑ ΚΑΙ ΕΚΕΙ;;;; Αλλά όχι. Δεν ήταν ο Τζιν που έκανε το Θωμά να απομακρυνθεί.
«Εδώ δεν ήταν που έτρεχαν και έπαιζαν;»
Η φωνή της ήταν οικεία. Έκανε λίγο να καταλάβει ποιος ήταν αλλά το βρήκε. Την είχε γνωρίσει τις προάλλες στο κέντρο και ήταν σίγουρη πως θα της προξενούσε προβλήματα. Ήδη είχε αρχίσει.
«Ναι είμαι σίγουρος. Είναι το τέλειο καταφύγιο για ζευγαράκια.»
Ο Θωμάς ενστικτωδώς σηκώθηκε και βούτηξε την Άννα από το χέρι. Έτρεξαν μέχρι που κρύφτηκαν πίσω από κάτι βράχια.
«Σσς! Μη ρωτάς γιατί αλλά καλύτερα να μείνουμε κρυμμένοι. Δε θέλω να μας δει ο εκτελεστής του Χελώνα.» της ψιθύρισε.
«Γιατί; Κρυφό το χουμε;» έκανε χαμηλόφωνα η Άννα. Ήλπιζε να την έβλεπε η Αρσινόη με το Θωμά να σταμάταγε τις προσπάθειες της να τα φτιάξει με το Τζιν.
«Ε δεν πήρα άδεια για να κάνω ζουζουνιές στην παραλία. Υποτίθεται είχα σοβαρό λόγο…»
Η Άννα μούτρωσε αλλά βάλθηκε να παρατηρεί την Αρσινόη και τον Κόκι που είχαν έρθει στην παραλία. Άρχισαν να γελάνε και να τρέχουν σαν τρελοί. Προφανώς κάποιον μιμούνταν. Αποκλείεται να το έκαναν σοβαρά.
«Ω θάλασσα θάλασσα! Κάνε να πάει καλά το σχέδιο μου την Κυριακή!» φώναξε η Αρσινόη.
«Θύμισε μου γιατί ήθελες να έρθουμε εδώ;» ρώτησε ο Κόκι που ξάπλωσε φαρδύς πλατύς στην άμμο.
«Γιατί αγάπη μου ήθελα να έχω αυτό το μέρος υπόψη μου για μελλοντικά σχέδια και θέλω να μαζέψω κοχύλια για τον στολισμό.»
«Αχα!»
«Και επί τη ευκαιρία, να κολυμπήσω και λίγο!» είπε αυθόρμητα η Αρσινόη και γδύθηκε. Δε φόραγε μαγιό.
Ο Κόκι πετάχτηκε όρθιος με το στόμα ανοιχτό. Ο Θωμάς πήγε να κάνει το ίδιο αλλά η Άννα έπεσε πάνω του και τον φίλησε αυθόρμητα για να τον κάνει να ξεχάσει. Ο Θωμάς έπεσε πίσω απολαμβάνοντας το. Η Άννα από την πλευρά της είχε το άγχος μην τους ακούσουν αλλά σύντομα το ξέχασε. Και τα δύο ζευγάρια πέρασαν πολύυυυυ καλά.
Ο Νίνο γύρισε σπίτι και είπε στη Ζωή τα χαρμόσυνα νέα. Η Ζωή δεν το πίστευε. Παραήταν καλό για να είναι αληθινό.
«Αλήθεια σου λέω Ζωή μου! Όταν ο προέδρος ξεμπλέξει με μια υποχρέωση θα είμαι ο επόμενος που θα υπογράψεις συμβόλαιο!» είπε.
«Και τι υποχρέωση είναι αυτή;» έκανε με καχυποψία η Ζωή.
«Δε μου είπε αλλά ελπίζω να μην τραβήξει πολύ…»
«Και γω… Αλλά αν είναι αλήθεια… ΤΟΤΕ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΕΙΑ ΝΕΑ!» είπε η Ζωή που μόλις είχε νιώσει τι παίχτηκε.
«Για να το γιορτάσουμε θα σε βγάλω να φάμε έξω!» είπε ο Νίνο.
«Με τι λεφτά;»
«Είχα κάτι οικονομίες που φύλαγα για ειδικές περιπτώσεις. Ξέρεις, αν αρρωσταίναμε και θέλαμε φάρμακα… Αλλά χέστες! Πάμε να το κάψουμε! Πήρα ήδη άδεια και για τους δυό μας σήμερα! Τρέχα να φορέσεις τα καλά σου!»
Η Ζωή τον αγκάλιασε και πήγε όλο χαρά να ετοιμαστεί. Έβγαλε από την άδεια της ντουλάπα ένα μωβ φόρεμα που είχε μια τρύπα κάτω από το δεξί μανίκι αλλά το μπάλωσε γρήγορα. Έφτιαξε τα φυσικά σγουρά της μαλλιά και κατέβηκε να βρει την αγάπη της που την περίμενε στο περίπτερο να φύγουν.
Κατεβαίνοντας έπεσε πάνω στον Πη. Εκείνος την κοίταξε ερευνητικά από την κορφή ως τα νύχια.
«Που πάμε δεσποινίς Ζωή; Καινούργια δουλειά;» ρώτησε ειρωνικά.
«Να μη σε νοιάζει! Άσε με να περάσω!» έκανε η Ζωή και με μια απότομη κίνηση τον έσπρωξε στον τοίχο του κλιμακοστασίου.
Ο Πης την είδε να φεύγει και γέλασε. Του άρεσε που ήταν τόσο δύσκολη. Θα την βασάνιζε καλύτερα μια άλλη μέρα.
Η Ζωή βρήκε το Νίνο κάτω και την πήγε να φάνε στην κοσμική Τρύπια Βάρκα. Η Ζωή είχε χρόνια να φάει έξω. Ήταν σαν όνειρο. Οι πατάτες, οι ντολμάδες, οι κεφτέδες, το χταπόδι! Πράγματα που δεν είχε φάει από παιδί. Τσούγκρησε το ποτήρι με το κόκκινο κρασί με τον πασά της και ευχήθηκε να υπογραφεί το συμβόλαιο γρήγορα.
Τότε στο κέντρο μπήκαν κάτι πλανόδιοι μουσικοί και στάθηκαν πάνω από το τραπέζι παίζοντας το «Άστα τα μαλλάκια σου» όπως στις ταινίες της Βουγιουκλάκη. Ο Νίνο τους χαρτζιλίκωσε γερά και ζήτησε την κιθάρα του ενός και έπαιξε το Ουράνιο Τόξο μόνο για τη Ζωή η οποία πέταγε στα σύννεφα.
Μετά από εκείνη την νύχτα η Ζωή ορκίστηκε να κάνει τα πάντα για να πετύχει η καριέρα του πασά της. Ακόμα και αν χρειάζονταν να φιλήσει κατουρημένες ποδιές… Ακόμα και χρειάζονταν να κάτσει σε μεγαλοπαράγοντες… Όλα για τον πασά της…

2 σχόλια:

Μέλπω είπε...

Καλά και πολύ απολλώνειο το κεφάλαιο λέμε! Θέλουμε κι άλλο P σε S mode!

a2a είπε...

Μην ανυσηχείς και η αγάπη μου για τον Πη φαίνεται γιατί έχει πολλές εμφανίσεις ακόμα!